Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

ο απέραντος κόσμος των άδηλων στοχασμών



             Noοτροπία πεταλούδας ο κύριος Λι: Αίσθηση συντομίας τής ζωής, ευθραυστότητα, ασταθές πέταγμα, συνεχής μετακίνηση από στόχο σε στόχο, από άνθος σε άνθος, ο απόλυτος ερασιτέχνης σε όλα δηλαδή, καθώς πάντα μοίραζε τη ζωή του σε όλα. Ποτέ, ας πούμε, δεν κάθησε να γράψει κάτι, όσο κι αν μέσα του υπήρχε η πρόκληση.
            Υπερβάλλω. Δεν κάθησε να γράψει κάτι εκτενές, κάτι μεγαλόπνοο, κάτι φιλόδοξο.
Καμιά φορά κάποιες σκέψεις του, σαν πεταλούδες κι αυτές, τις κυνηγούσε με την απόχη τής γραφής, περισσότερο για να τις θυμάται και να τις συζητάει με τον Δίδυμο. Τις αποτύπωνε, λοιπόν, κάπως βιαστικά  και ατημέλητα, κι αυτό ήταν όλο. Μετά, τους έβαζε ημερομηνία και τις αποθήκευε σε ένα φάκελο με τίτλο «Σκέψεις της ημέρας». (Δεν είναι της ώρας να σχολιάσω ότι δεν είχε αντιληφθεί  πως μ’ αυτό τον τρόπο συμπλήρωνε σιγά σιγά ένα ενδιαφέρον προσωπικό ημερολόγιο.)

            Τις προάλλες λοιπόν,  καθώς περπατούσε σε ένα τυπικά στενό πεζοδρόμιο της περιοχής των Αμπελοκήπων, όπου πια ούτε αμπέλια ούτε κήποι, γκρίζο πρωί και με πολύ κρύο, έκανε μια σκέψη που τον έκανε να αναπηδήσει από χαρά, γιατί αμέσως κατάλαβε ότι αυτή θα ήταν η σκέψη της ημέρας. Και, όπως και να το κάνεις, η χαρά συνοδεύει κάθε καινούριο που γεννιέται. Κατά το σύνηθες, την επεξεργάστηκε για δευτερόλεπτα, ίσα ίσα για να σχηματιστεί κάπως, και μετά την άφησε.
          
           Τα πλούσια γεγονότα της ημέρας που ακολούθησε, το εξιτήριο της μητέρας του από το νοσοκομείο με την καταδίκη στο χέρι για θάνατο από καρκίνο εντός ολίγων μηνών, οι συζητήσεις του και οι επαφές του για το θέμα αυτό, τα διαβάσματα με τον Υιοθετημένο, οι ειδήσεις που όλη μέρα βούιζαν για το νέο τρομοκρατικό χτύπημα, η ίδια του η κούραση και το κρύο μέσα κι έξω, ήταν παράγοντες που έκαναν  την πρωινή σκέψη να φαίνεται πολύ μακρινή, σαν μιας άλλης μέρας, όπως κάποια εντύπωση που μέσα στο όνειρο μοιάζει σημαντική και η πραγματικότητα τής αλλάζει διαστάσεις. Δεν ήταν ζεστή πια, αποφάσισε να μην ασχοληθεί μαζί της.
            Κι έτσι η σκέψη πέθανε πριν γεννηθεί.

            Αστραπιαία του έμοιασε με τα εκατομμύρια δαιμονισμένα, ταχύτατα σπερματοζωάρια που δε θα γονιμοποιηθούν ποτέ και που θα χάσουν την ευκαιρία να γίνουν ανθρωπάκια. Κι αναρωτήθηκε πόσες σκέψεις να πηγαίνουν καθημερινά έτσι, στα χαμένα. Γιατί κι αυτές οι καημένες, για να αποκτήσουν υπόσταση, χρειάζεται να εκφραστούν, κάπου, κάπως˙ αν όχι, δε θα υπάρξουν ποτέ.
            Πίσω από τον κόσμο των εκφρασμένων στοχασμών υπάρχει, λέει ο κ. Λι, ένας άλλος, απέραντος άδηλος κόσμος άδηλων στοχασμών.
             Σήμερα κατάφερε να τον δει, γιατί αυτός ο κόσμος, σα μαύρη τρύπα,  απορρόφησε μια σκέψη του. 


Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

εκλεκτικές συγγένειες



Τα τελευταία χρόνια, της οκονομικής κρίσης, ο Δίδυμος απόκτησε τη συνήθεια της μηνιάτικης επιδρομής στη βιβλιοθήκη του κυρίου Λι. Βιβλιοφάγος ο ίδιος, βιβλιολάτρης ο Λι  και γι’ αυτό και κάτοχος μιας ευμεγέθους συλλογής και μάλιστα αλφαβητικά ταξινομημένης, πράγμα που βόλευε πολύ τον Δίδυμο στις στοχευμένες συνήθως αναζητήσεις του. Ώσπου..
            -- Τι γίνεται εδώ, ρε;
            ..Ώσπου ο κύριος Λι  αποφάσισε να πειραματιστεί στον τομέα της λογοτεχνίας, τακτοποιώντας τα βιβλία όχι αλφαβητικά αλλά με κριτήριο τις «εκλεκτικές συγγένειες», όπως ανακοίνωσε στον εμβρόντητο αδερφό του.
            -- Εκλεκτικές συγγένειες; 
            -- Σαν παιχνίδι το κάνω. Με δικό μου, αυθαίρετο και προσωπικό κριτήριο συγγένειας των συγγραφέων. Βάζω, ας πούμε, τον Μάρκες δίπλα στον Καρνέζη, τη Δημουλά δίπλα στη Σιμπόρσκα, τον Χάκκα και τον Σκαρίμπα μαζί, τον Χιόνη μαζί με τη Μαρία Σούα..
            -- Την ποια;
            Αδιάβαστος ο αδερφός. Ανακωχικός ο Λι, συμπληρώνει αδιάφορα:
            -- Ούτε εγώ την ήξερα. Ana Marìa Shua˙ από την Αργεντινή. Έχει ενδιαφέρον.

            Τη δανείστηκε τη Μαρία Σούα ο Δίδυμος, τον Αργύρη Χιόνη τον ήξερε και του άρεσε, και λίγες μέρες μετά έστειλε ένα μέιλ στον Λι.
            -- Είχες δίκιο. Μια χαρά τα λένε οι δυο τους.
            Και για του λόγου το αληθές του παρέθεσε δέκα αποσπάσματα και των δυο, με την παιχνιδιάρικη πρόκληση να βρει ο αδερφός του σε ποιον ανήκει το καθένα. Λοιπόν, έχουμε και λέμε:

1. Όσο ο αχαΐρευτος λαγός κοιμάται, η συνεχής χελώνα φτάνει στη γραμμή του τερματισμού. Μα τι γελοίος εφιάλτης, σκέφτεται ο λαγός, με το που ξυπνάει κακοδιάθετος. Τεντώνεται, σηκώνεται και με τρεις σάλτους κερδίζει την κούρσα.

2. Ο ακοντιστής σημαδεύει την καρδιά της απεραντοσύνης, το κέντρο, δηλαδή, του μηδενός. Είναι ευνόητο, λοιπόν, να δυστυχεί κάθε που βλέπει να καρφώνεται το δόρυ του πάνω στη γη, λίγο πιο πέρα, κάποια μέτρα, από ‘κει που το εξακόντισε. Βέβαια, συνεχίζει να στοχεύει το υπερπέραν, έστω χωρίς ελπίδα, χωρίς πιθανότητα καμιά να χάσει εκεί πέρα το ακόντιό του, να σπάσει όλα τα ρεκόρ, να καταργήσει, εν κατακλείδι, το άθλημα. Είναι δυστυχής, λοιπόν, ο ακοντιστής, αλλά, ενδομύχως, και ευτυχής, καθότι ο μόνος τρόπος για να παραμείνει ακοντιστής είναι να του διαφεύγει, αενάως, το άπειρο.

3. Είμαστε σαν το γρασίδι των δημόσιων κήπων
Κάθε τόσο μας κουρεύουν σύρριζα τη σκέψη
Χάριν συμμετρίας

4. Εγώ δεν έχω τίποτα εναντίον των τηγανητών αυγών.
Αυτά είναι που με κοιτούν με κατάπληξη, με τρόμο, με μάτια γουρλωμένα.



           
 5.Το όνειρο είναι η προνομιούχος χώρα τής αμαρτίας. Τόπος φοβερός όπου πραγματοποιούνται και τιμωρούνται οι επιθυμίες δίχως ποτέ να ικανοποιούνται.

6. Ο παλαιστής που αποφασίζει να παλέψει με το χρόνο, αλείφει το κορμί του με λάδι για να γλιστρά απ’ την πανίσχυρη λαβή του. Όμως ο χρόνος, ως γνωστόν, δεν έχει χέρια, γι’ αυτό κανένας δεν μπορεί να του ξεφύγει.

7. Κάποιος εξημέρωσε, κάποτε, μια μοναξιά· από θηρίο της ερήμου ζώο την έκανε οικόσιτο, κι ήτανε τρυφερή και διακριτική και στην αφή απαλή, πιο απαλή ακόμη κι από γάτα.
            Τώρα πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά, αυτή η τόσο εξημερωμένη μοναξιά τον κατασπάραξε, κανείς δεν ξέρει.

8. Το να είσαι κυνηγημένος από ένα λεφούσι πεινασμένα κουνούπια είναι κάτι πολύ κακό. Το να είσαι στα δόντια μιας στρατιάς από αδίστακτους γιγάντιους μέρμηγκες είναι συμφορά. Ωστόσο είναι πολύ χειρότερο να μην είσαι, να μην ήσουν ποτέ.

9. Να τος εκεί, διαμιάς μαραμένος, καταρυτιδιασμένος, λησμονημένος. Αυτό συμβαίνει όταν τσιγκλάει κανείς το χρόνο όλη μέρα με τους δείχτες τού ρολογιού.

10. Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν - τάχα χαιρετώντας - σ' άλλους
Τ' αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή - το χειρότερο - τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα.

            -- Άντε, κύριε Λι. Επιχείρησέ το και πρότεινε και στους διαδικτυακούς σου φίλους να το κάνουν.
            Αμ’ έπος αμ’ έργον. Οι απαντήσεις στα σχόλια J

ΣΗΜ1  Οι φωτογραφίες είναι από τη μεταφορά ενός διηγήματος του Αργύρη Χιόνη σε κόμικ που έκανε η νεαρή και ταλαντούχα φίλη του κ.Λι Ιωάννα Αλεξοπούλου και δημοσιεύεται στο 2ο τεύχος του περιοδικού Μπλε Κομήτης.

ΣΗΜ2. Τα κείμενα της Άνα Μαρία Σούα στο βιβλίο της "Ονειροπαγίδα", εκδ. Απόπειρα, 2015, σε μετάφραση Άννας Βερροιοπούλου
Αυτά του Αργύρη Χιόνη από διάφορες συλλογές του, που περιλαμβάνονται και στην έκδοση "Η φωνή της σιωπής", εκδ. Νεφέλη, 2006


Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

Το τέλος των αρχών

- Είναι ζήτημα αρχής, είπε, με κάποια υποψία περηφάνιας ο Δίδυμος.
- Και γιατί οι άνθρωποι, αδερφέ, σκοτώνονται να επινοούν αρχές;
- Όχι μόνο να επινοούν, αλλά και να τις κρατάνε, Λάμπρο. Βάση, πυξίδα κι οδηγό να τις έχουν. Μα, γιατί είναι άνθρωποι, ρε Λάμπρο˙ γιατί άνω θρώσκουν. Γιατί έτσι αξιώνονται, έτσι αντιπαλεύουν το μέσα ζώο. Βέβαια..
- Βέβαια;
- Βέβαια, είναι ενδιαφέρον να δούμε όχι πότε και γιατί τις χτίζουν, αλλά πότε και γιατί τις γκρεμίζουν, τις καταργούν.
            Κάπου εκεί χτύπησε το τηλέφωνο, διακόψανε τα αδέρφια τη συζήτηση, την άφησαν.
            Το καρφάκι, όμως, από την τελευταία φράση του αδερφού του, για ώρες τριβέλιζε το μυαλό του κυρίου Λι. Χάρτινα οχυρά οι αξίες πίσω από τις οποίες ταμπουρώνεται ο άνθρωπος, σκεφτόταν. Όσο κι αν τις επιδεικνύει και τις προτάσσει στη ζωή του – σημαίες περήφανες που κυματίζουν – εν ριπή οφθαλμού τις εξαφανίζει, όταν η ανάγκη μιλήσει. Θυμάται πολλές τέτοιες κατολισθήσεις δικές του, τσουβαλιασμένες τώρα στη σκοτεινή αποθήκη της μνήμης:
            Το μέσον που χρησιμοποίησε στο στρατό, για να μη γίνει δόκιμος και υπηρετήσει έξι μήνες παραπάνω – η ακεραιότητα δε σήκωνε «μέσα» στη μέχρι τότε ζωή του˙ όμως εκεί λύγισε. Εύκολα, γρήγορα, αναίμακτα, καλύφθηκε: «Μα δε βλάπτω κανένα, δεν το κάνω σε βάρος κανενός, είναι απλώς βλακεία να μην το κάνω. Στοιχειώδης άμυνα απέναντι σ’ ένα άδικο σύστημα..» καιλοιπάκαιλοιπάκαιλοιπά.
            Αλλά και πριν λίγες μέρες, όταν οΥιοθετημένος ταραζόταν από τις σπασμωδικές κρίσεις της εφηβείας του, μήπως αυτός δεν πέρασε την κόκκινη γραμμή, μήπως δεν τσαλάκωσε πάλι την ακεραιότητά του αρχίζοντας να παρακολουθεί τους διαλόγους του μικρού με τους φίλους του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Ε, ναι, για τη σωτηρία του παιδιού!
            Οπότε; Ο μικρός άνθρωπος κατασκευάζει αξίες πολύ βαρύτερες απ’ αυτές που μπορεί να σηκώσει;
            Και να τους, σήμερα, παραμονή πρωτοχρονιάς, ο Λι να μεταφέρει  τις σκέψεις αυτές στον Δίδυμο, και οι δυο τους να συνεχίζουν τη συζήτηση και να συμφωνούν, όπως λίγες φορές το κάνουν, ότι ίσως ακριβώς αυτό έχει ανάγκη να κάνει ο άνθρωπος κι ας αποδεικνύεται στο τέλος αδύναμος και κατώτερος των περιστάσεων:
            Να χτίζει σκάλες, να κατασκευάζει φτερά, να ονειρεύεται ουρανό. Κι ας μη διαθέτει τα καλύτερα υλικά. Κι ας σπάει τα μούτρα του, συχνά πυκνά. Κι ας έχει βιώσει, ξανά και ξανά, το τέλος των αρχών του. Φαίνεται πως αυτό το τέλος, τέλος δεν έχει.


            Σε λίγες ώρες αλλάζει η χρονιά.  Ο Λι αποχαιρέτησε τον Δίδυμο – που του ευχήθηκε «καλά χτισίματα, αδερφέ!» - και ξεκίνησε την καθιερωμένη του παραμονιάτικη βραδινή περιπλάνηση  στους δρόμους που μόλις άρχιζαν να ανασαίνουν από την έντονη κίνηση της μέρας. Τα φωτάκια στα μπαλκόνια έστελναν τα δικά τους σήματα μορς. Αλλάζει ο χρόνος. Τι φράση κι αυτή.. Ο Λι χαμογελάει. Συλλογίζεται την  αέναη εναλλαγή του τέλους και της αρχής του χρόνου και την παραλληλίζει με την αέναη επιμονή του ανθρώπου να ξανανεβαίνει. Στο μυαλό του ο μύθος του Σίσυφου αντιπαλεύει με την κουβέντα του Ρίτσου – πώς το ‘λεγε; κάτσε

"(…) γιατί ολόκληρη η ζωή, ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας είναι ένας κύκλος. Όχι, όχι κύκλος, θα μπορούσα να πω μια σπείρα. Μια ανερχόμενη, ανελισσόμενη σπείρα. Όλο και πιο πάνω, όλο και πιο πάνω. Ως πού; Δεν έχει τέλος, το ατελεύτητο που συναντάται με το απέραντο. Ατελεύτητο και απέραντο. Να το ζήσεις μόνο μια στιγμή το έζησες για πάντα και είναι σαν να υπάρχεις πάντα. Και υπάρχεις, έτσι δεν είναι; Υπάρχεις, υπάρχω, υπάρχουμε. Η αιώνια ανθρώπινη ύπαρξη». 

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Σιπ



            Ο κύριος Λι θυμάται.
            Φοιτητική παρέα στην Αγγλία. Έλληνες και άγγλοι. Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Στολισμένο το Λονδινάκι.
            -Εσείς στολίζετε έλατο, στην Ελλάδα; ρωτάνε.
            -Ναι, στολίζουμε, απαντάει η Αθηνά, αν και το παραδοσιακό είναι να στολίζουμε καραβάκι.
            Καράβι. Σιπ, είπε η Αθηνά, ship, που μάλλον όμως ακούστηκε sheep (πρόβατο) στους άγγλους. Από κει και πέρα ακολουθούν ξεκαρδιστικές σκηνές και διάλογοι, ανάμεσα σε άγγλους που κοιτάζουν με γουρλωμένα μάτια κάνοντας ερωτήσεις με όλο και πιο υψωμένες τις τελευταίες συλλαβές τους:
-                       --  Τι στολίζετε;!
-                        --   Καράβια, ξανά η Αθηνά – με καμάρι
Επιβεβαιώνουν οι άγγλοι ότι μιλάμε για πρόβατα ..
-                       --  Καλά, και πού τα βρίσκετε; ( έκπληκτοι)
-                       --  Ε, τα αγοράζουμε, βέβαια!
-                       --  Και πού τα πουλάνε;
-                       -- Σε μαγαζιά με χριστουγεννιάτικα, συνήθως (!..)
-                      -- Καλά, και πώς τα μεταφέρετε στο σπίτι;
-                       --  Ε, πώς να τα μεταφέρουμε. Ή στο πορτμπαγκάζ, ή, αν δε χωράνε, με τα χέρια.
            Οι Άγγλοι έχουν αρχίσει και κάνουν γκριμάτσες αηδίας. Στα μάτια τους η ελληνική παρέα μπροστά τους, αρχίζει και λαμβάνει διαστάσεις αγρίων τεράστιας βαρβαρότητας.
-                        -- Ωραία. Τα φέρατε στο σπίτι. Μετά, πού τα βάζετε;
-                        --  Στο σαλόνι  φυσικά (!)
-                        --  Στο σαλόνι;! ( τα μάτια πιο γουρλωμένα από ποτέ). Έτσι;!
-                        --  Ε, όχι κι έτσι, Χριστούγεννα είναι, τα στολίζουμε ..  ( περνάει όλο και περισσότερη ώρα μέχρι να κάνουν την επόμενή τους ερώτηση οι άγγλοι)
-                        -- … Πώς τα στολίζετε, δηλαδή;
-                         --   Όπως και σεις τα έλατα. Τους βάζουμε φωτάκια, τους κρεμάμε μπαλίτσες, φάτνες, αγγελουδάκια…

Κάποιοι άγγλοι, είτε επειδή αρχίζουν και πιστεύουν πως η Αθηνά κάνει περίεργο ελληνικό χιούμορ, είτε επειδή δεν κρατιούνται, τολμάνε να γελάσουν˙ αλλά..
-                       --  Κι όταν τελειώσουν τα Χριστούγεννα, τι τα κάνετε;
-                       --  Μα τι ερωτήσεις κάνετε! Τα ξεστολίζουμε και τα βάζουμε κάπου στο πατάρι ή σε καμιά αποθήκη (!)
            Κάπου εκεί παρεμβαίνει μια αγγλίδα, μπερδεύοντας μάλλον το ελληνικό Πάσχα, και λέει:
-                       --  Εγώ έχω ακούσει πως τα τρώτε κιόλας.
            Ήταν η σειρά της Αθηνάς να γουρλώσει τα μάτια. Φαντάστηκε, όμως, πως ήταν αστείο και απάντησε συμπληρώνοντάς το:
-                      --  Ε, καμιά φορά τα τρώμε, αλλά … χωρίς τα στολίδια. Πρώτα ξεκρεμάμε τα στολίδια και μετά – και χαμογέλασε αμήχανα βλέποντας ότι κανείς δε χαμογελάει, αντιθέτως, αποσβολωμένες  φάτσες, κρεμασμένες γλώσσες, μάτια ορθάνοιχτα, κόρες που κινούνται κυκλικά με σφοδρή ταχύτητα.

            Κάπως έτσι συνεχίστηκε ο ελληνοαγγλικός διάλογος, ώσπου να αποκαλυφθεί η παρεξήγηση, ώσπου να αποκαλυφθεί πόσο γέλιο μπορεί καμιά φορά να προκαλέσει ένα «ι» παραπάνω.


Άντε, καλές μας γιορτές!

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

τη νύχτα που έπεφταν οι διδυμίδες

   
Τη νύχτα που οι διδυμίδες χάιδευαν τα μάγουλα του ουρανού, ο κύριος Λι εγκαταστάθηκε στην ταράτσα, για να απολαύσει τις στιγμές. Η βαριά του κούραση, βέβαια, του υπαγόρευε τακτικές υποχώρησης˙ ωστόσο, το επιβλητικό θέαμα των άστρων και της ύλης που χανόταν λάμποντας, αποδυνάμωσε κάθε του αντίρρηση. Τον μαλάκωσε. Τον υπόταξε, θα λέγαμε καλύτερα.

    Και τον έφερε κοντύτερα στη θεωρία τού αδερφού του  για τα μυρμηγκάκια. Του την είχε στείλει δίκην ηλεκτρονικής επιστολής το καλοκαίρι από το νησί. Γράφει:

«Άκουσε, Λάμπρο,
  Τα μυρμηγκάκια είναι αυτά τα έντομα που τα πατάμε χωρίς να τα παίρνουμε χαμπάρι ή που τα παίρνουμε χαμπάρι και τα πατάμε, αυτά που με αδιαφορία τινάζουμε, αν στις διακοπές μας τύχει και δούμε κανένα πάνω μας, αυτά που, πάλι στις διακοπές μας, με την ανάστροφη της παλάμης μας και φυσώντας τα απομακρύνουμε από την επιφάνεια όπου έχει στάξει λίγο αναψυκτικό ή καρπούζι κλπκλπ Και που οι απανταχού προπαγάνδες τα χρησιμοποιούν ως παραδείγματα προνοητικότητας.
 Στις μυρμηγκοφωλιές στριμώχνονται πολλά μαζί. Αμέτρητα λες. Ανασήκωσε λοιπόν τώρα το φακό σου από την ομάδα των μυρμηγκιών που παρατηρείς. Δίπλα είναι κι άλλα κι άλλα και παραδίπλα άλλα κι άλλη μυρμηγκοφωλιά με πολλά, πολλά μυρμηγκάκια, ένα τετραγωνικό χώμα με άπειρα μαύρα στίγματα, σαν το αρνητικό του νυχτερινού ουρανού. Κάθεσαι λοιπόν εσύ ο λόγω μεγέθους Θεός και παρατηρείς από απόσταση αυτή την πελώρια μάζα των μυρμηγκιών που κινείται για σένα συνεχώς και ακατανόητα, μα για τις μονάδες της πολύ φυσιολογικά. Φαντάσου πώς θα ηχούν όταν φτάσουν στα αυτιά σου οι απόμακρες φωνές τους:
-Γιατί με κοιτάς έτσι, ρε φίλε;
-Είμαι πολύ αγχωμένη σήμερα μ’ αυτή την υπόθεση.
-Αν το μάθει η μάνα μου, θα με σκοτώσει, ρε μαλάκα!
            Φαντάσου πως κάποιο κάνει γυμναστική για να φτιάξει μπράτσα και κάποιο άλλο πρόβα στον καθρέφτη «Ελένη, ξέρεις, αυτό που σου είπα την Κυριακή…», πως κάποιο βγάζει το χέρι του απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου απευθύνοντας μια χειρονομία σ’ ένα άλλο και πως το άλλο βλέπει το σχήμα των δαχτύλων του πρώτου και αφηνιάζει καιούτωκάθεξής. Και, για να μην τα πολυλογούμε, φαντάσου πως, καθώς τελειώνει η παρατήρησή σου και απομακρύνεσαι, καμιά εκατοστή από δαύτα βρίσκονται σε κατάσταση χαλκομανίας στην αριστερή σου πατούσα κι άλλα τόσα στη δεξιά.

            Α, είναι απλή, αδερφέ,  η θεωρία με τα μυρμηγκάκια, ούτε αποσυμβολισμό δε χρειάζεται˙ και επιπλέον καταπραΰνει πολλές φορές τα νεύρα βοηθώντας σε να αποστασιοποιηθείς από τη μάταιη τριβή του μάταιου τούτου κόσμου. 
        Χρειάζεται όμως προσοχή. Εμπεριέχει στοιχεία μηδενισμού κι αυτό αποτελεί μεγάλο υπαρξιακό πρόβλημα. Σου μιλάω εκ πείρας και δεν αστειεύομαι καθόλου.
                                                                                                                                                              Περιμένοντας και τα δικά σου νέα,                                                                                     σε χαιρετώ»

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

χαλαρό δείπνο στην ταράτσα



Και να σκεφτεί κανείς ότι είχε βάλει τα δυνατά του εκείνο το βράδυ ο κύριος Λι. «Θα σας κατακτήσω, κερατάδες, θα είμαι αυτός που θέλετε».
          Το πού ήξερε, βέβαια, πώς τον θέλουν οι άλλοι είναι μια από τις συνηθισμένες  αυταπάτες των ανθρώπων. Ντυνόμαστε έναν κοινωνικό ρόλο, τον οποίο ξεχνάμε πως δε μας τον έχει επιβάλει κανείς. Προτού μας απαιτήσουν οι άλλοι, τους προσφέρουμε το κεφάλι μας επί πίνακι. «Έτσι είμαστε, αν έτσι σας αρέσει». Και καθώς γινόμαστε «έτσι», γινόμαστε ταυτόχρονα και το σιωπηλό πρότυπο, η σιωπηλή απειλή, οι αμείλικτοι καθρέφτες για τους άλλους που θέλουν κι αυτοί να είναι αρεστοί και αποδεκτοί, και γίνονται «έτσι» γιατί νομίζουν ότι έτσι τους ζητάμε να είναι, γιατί κι αυτοί φοβούνται, γιατί κι αυτοί λίγα ψίχουλα αγάπης μας γυρεύουν. Πανηγύρι!
          Είχε βάλει τα δυνατά του γι’ αυτό το έτσι, λοιπόν, εκείνο το βράδυ ο κύριος Λι. Πρόσφατα αφιχθείς στο νησί, περιορισμένη σχετικά η κοινότητα των ανθρώπων, θα έκανε το παν για να την κερδίσει. Γυάλισε τα καλύτερα όπλα του, ένα γιγάντιο ενδιαφέρον για τα πάντα των άλλων, ευφυές χιούμορ, μια ανατρεπτικού τύπου ετοιμολογία  -  που την πήρε μαζί του το δυνατόν λιγότερο ανατρεπτική – το ισόβιο ανυποχώρητο χαμόγελό του, ανέσυρε παλιές γελαστικές ιστορίες-σήματα κατατεθέντα της ζωής του, άφησε κάποια κιλά ψυχικού βάρους πίσω του, και προχώρησε ακάθεκτος κι ακμαίος για τη νίκη.
          Όλα πήγαν καλά. Το αισθάνθηκε, το έβλεπε, οι εντυπώσεις, το ενδιαφέρον, η επιβράβευση των συνδαιτημόνων και συνδιασκεδαστών  ήταν έκδηλα.
          Όλα.
          Εκτός από το σχόλιο κάποιου που την επόμενη μέρα έφτασε στα αυτιά του, δίκην αστείου, και που έμελλε να αποτελέσει μία ακόμα γελαστική ιστορία στη φαρέτρα του: « Ωραίος τύπος αυτός ο Λι, αλλά, πιστεύετε αλήθεια ότι μπορεί να μιλήσει κανείς σοβαρά μαζί του;»

          Μάλλον θα το παραείχε ρίξει στα ατάκες, στα αστειάκια και στα ευφάνταστα σχόλια-διακοπές στις κουβέντες των άλλων.
          Όταν μάλιστα, αργότερα, θα διηγούνταν το περιστατικό αυτό στις παρέες του, αυτοκριτικός και αυτοσατιριζόμενος υποτίθεται, βρισκόταν ήδη ένα επίπεδο πιο πάνω: για να διηγείσαι κάτι τέτοιο, εννοείται πως είσαι απόλυτα βέβαιος πως ναι, ασφαλώς και μπορείς να μιλήσεις σοβαρά. Πολύ περισσότερο από το μέσον όρο. Τι κρίμα να μην καταλαβαίνει κανείς την επιλογή σου να είσαι διασκεδαστικός και ευχάριστος, χάριν της παρέας, ένα ζεστό καλοκαιρινό βράδυ στο νησί.
          Και τώρα; Τι συνέβη; Ο κύριος Λι φρόντισε όσο μπορούσε για την εικόνα του σύμφωνα μ’ αυτά που πίστευε ότι οι άλλοι περιμένουν από εκείνον. Όμως, μετά το ρεσιτάλ του, ποια εικόνα του είχε φτάσει στην αντίληψη του καθένα; Και πόσο ταυτόσημη ήταν με την εικόνα που είχαν σχηματίσει οι άλλοι; Φτου, να πάρει, εκτός από μας που πουλάμε είναι κι αυτοί που αγοράζουν. Κι ο καθένας έχει τις δικές του ανάγκες, σκέψεις, αντιλήψεις, δυνατότητες, επιθυμίες. Τότε, γιατί, διάολε, δεν μπορούμε να προσφέρουμε τους εαυτούς μας απογυμνωμένους και αληθινούς στους γύρω μας;


          Μπερδεμένος πολύ κοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα ο έρμος ο Λι, ξεκρεμώντας κουρασμένος τα αμφίβολης λάμψης όπλα του και ξεχνώντας να βουρτσίσει τα δόντια του την ώρα που η ουλίτιδα συνέχιζε την επέλασή της.

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Όλοι κάποτε νέοι. T' estimo - η δική μας ιστορία



            Όλοι κάποτε νέοι. Ο κύριος Λι υπήρξε νέος.
            Με την Υψηλή φιλοξενούν τους ισπανούς φίλους τους στην Αθήνα.
            Δειλινό στο Λυκαβηττό. Στο πάρκινγκ, παραταγμένα παράλληλα το ένα στο άλλο, με τις μούρες τους να ατενίζουν  τα δυτικά πλοκάμια της πόλης μέχρι τα βουνά και τη θάλασσα,  τα αυτοκίνητα, αλλά και οι επιβαίνοντες σ’ αυτά. Ένα είδος  drive in με έργο το ίδιο το ηλιοβασίλεμα.
            Καταφθάνει ασθμαίνον το ντεσεβό, ανοιχτό κονσερβοκούτι, βρίσκει και παίρνει θέση κι αυτό στην παράλληλη διάταξη των ρομαντικών οχημάτων, οδηγών και συνοδηγών.

            Η ελληνοϊσπανική παρέα  θα ανηφορίσει στην κορυφή του λόφου να χαζέψει τη θέα. Όχι όλη: Ο Luis, ο αγαπημένος φίλος του νεαρού τότε Λι, με το ένα του πόδι ατροφικό, το άλλο τεχνητό και τις πατερίτσες του, λέει ν’ αποφύγει τον ανήφορο. «Μπορώ να τη φανταστώ τη θέα. Mejor imaginar», καλύτερο να φαντάζεσαι, δηλώνει, με αρκετή δόση χιούμορ. «Y soñar, también», και να ονειρεύεσαι, επίσης, συμπληρώνει ο νεαρός Λι, μένοντας μ’ αυτόν τον τρόπο, διακριτικά, να συντροφεύει το φίλο του, μέσα στο 2CV, έχοντας στα πόδια τους απλωμένη την όλο και πιο κόκκινη από το ηλιοβασίλεμα Αθήνα.

            Και βάζουν στο κασετόφωνο Lluis Llach. “Testimo”, σ’ αγαπώ. Και τους αρέσει πολύ. Και το θεωρούν θεϊκό. Και το απολαμβάνουν. Και σηκώνουν την ένταση του ήχου πολύ. Κι η φωνή του Llach δραπετεύοντας από την ανοιχτή οροφή του αυτοκινήτου απλώνεται στο γύρω χώρο – ιδανική μουσική πρόταση για την ώρα εκείνου του δειλινού. Και οι δυο φίλοι, συναισθηματικοί αλλά και εγκεφαλικοί, με το χιούμορ σε διαρκή ετοιμότητα, τραγουδάνε με τη μουσική, κάνουν τους ερωτευμένους, αγκαλιάζονται ώσπου το κεφάλι του Luis βρίσκεται στον ώμο του νεαρού Λι, που του το χαϊδεύει στοργικά, κατουρημένοι από τα γέλια και υψώνοντας στο ζενίθ της έντασης το “Τ’ estimo”. Δεν τολμούν καν να κοιτάξουν αριστερά και δεξιά τις φάτσες των ανθρώπων που θα τους κοιτούσαν. Mejor imaginar..

            Το βράδυ, στο σπίτι της Υψηλής, πιάνο -  κιθάρα, επιχειρούν οι δυο τους να το τραγουδήσουν. Βάζουν τα δυνατά τους, είναι δύσκολο τραγούδι, απαιτητικό, το έχουν πάρει σοβαρά. «Ωραία δεν το λένε;», θαυμάζει η Marta. «Πραγματικά, πολύ! Σα να είναι ερωτευμένοι», απαντάει η Ana. Οι δυο φίλοι  ακούν το σχόλιο, ανταλλάσσουν ένα βλέμμα και ξεκαρδίζονται στα γέλια.

            Με πόσες ιστορίες είναι φορτωμένα τα τραγούδια μας;


 Εδώ, στο βίντεο, το 2007 και καμιά 30αριά χρόνια μετά την ιστορία μας,
ο Lluis Llach τραγουδάει το Amor particular (T' estimo)
 στην τελευταία και αποχαιρετιστήρια συναυλία του
στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Verges.



 Kαι μια πρόχειρη απόδοση του τραγουδιού στα ελληνικά:

Πώς να στο πω για να μου είναι απλό
 και να σου είναι αληθινό,
Συχνά σαν τραγουδώ με νιώθω τόσο κοντά σου,
Συχνά όταν ακούς σε νιώθω τόσο κοντά μου,
που νιώθω την ανάγκη να σ’ ευχαριστώ
για τον καιρό τον τόσο που σ’ αγαπώ.

Πόσο πορευτήκαμε μαζί,
στη χαρά μαζί, στον πόνο μαζί,
 και γέμισες πόσες φορές το κενό ανάμεσα στις λέξεις μου,
 και στο παιχνίδι μας μου έδινες πάντα τον καλό ρόλο.
Για όλο αυτό και για άλλα που σου κρύβω,
νιώθω την ανάγκη να σ’ ευχαριστώ
για τον καιρό τον τόσο που σ’ αγαπώ.

Σ’ αγαπώ, μπορεί δειλά, μπορεί χωρίς να ξέρω πώς,
και το λίγο που αξίζω το αρνιέμαι, αν το χάδι μου αρνιέσαι.
Σ’ αγαπώ, κι είμαι ευτυχισμένος
όταν βλέπω τη δύναμή σου να δυναμώνει και να ξεσηκώνει,
γιατί εγώ, γιατί εγώ..

Θα περάσουν τα χρόνια
και θα’ ρθει το τέλος-έτσι πάντα γίνεται,
κι αναρωτιέμαι αν θα βρω τη σωστή χειρονομία,
και ξέρω ότι θα συνηθίσω την απουσία σου,
αλλά όλο αυτό είναι μια άλλη ιστορία,
Τώρα θέλω να σ’ ευχαριστώ
 για τον καιρό τον τόσο που σ’ αγαπώ.

Σ’ αγαπώ (…)

σημ. και βέβαια Αναγνωστάκης οι τρεις λέξεις του τίτλου