Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

μην πατάτε το γκαζόν


              
             Διόλου πρωτότυπα. Τα δυο αδέλφια πίνουν καφέ και συζητούν μπροστά στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Πριν λίγο μια ανοιξιάτικη μπόρα ξέπλυνε το μουντό πέπλο της πόλης, γυάλισε τις επιφάνειες κι άφησε να κρέμονται απ’ τα φύλλα της κορομηλιάς της αυλής μερικές σταγόνες χρυσωμένες από έναν δειλινό ήλιο.
            - ΑδερφούΛι, σκέφτηκες ποτέ να φυτέψεις στον κήπο γκαζόν; ρωτάει ο Δίδυμος προσπαθώντας μετά βίας να κρύψει το πειραχτικό χαμόγελο που σχηματίζεται στο πρόσωπό του.
            - Παλάβωσες;
            - Όχι, αλλά θέλω να σου πω για το γκαζόν. Δεν είχες ποτέ απορία;
            - Έχω απορία τι απορία μπορώ  να έχω!
            - Εσύ, ρε Λάμπρο, δε με συμβούλευες να βλέπουμε κάθε μέρα με καινούργια μάτια, να μην έχουμε τίποτα δεδομένο ανερώτητο, να ψάχνουμε και να δίνουμε νέα νοήματα στα πράγματα και άρα στη ζωή μας;
            - Κι εσύ βρήκες το γκαζόν, για να εφαρμόσεις τη θεωρία.
            - Μπράβο. Κι όχι εγώ, ο φίλος σου ο Harari. Εσύ δε με είχες στείλει να πάρω το βιβλίο;
            Και λέγοντας, βγάζει από το σακίδιό του ένα μαύρο, με σκληρό εξώφυλλο τόμο*.
            - Λοιπόν, το πήρα. Κοίταξε τώρα τι ωραία περνάει από τη σύντομη ιστορία του γκαζόν, για να σου πει ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο σ’ αυτό τον κόσμο και ότι η γνώση μπορεί να σ’ οδηγήσει στην ανατροπή και την απελευθέρωση.
            - Δύσκολα σε παρακολουθώ.

            - Ναι. Παρακολούθα, όμως, είναι ενδιαφέρον, παρατηρεί ο Δίδυμος, μισανοίγοντας το μαύρο βιβλίο. Η ιδέα για το γρασίδι, λέει, καλλιεργήθηκε κάπου στο Μεσαίωνα, στα κάστρα των άγγλων και των γάλλων ευγενών. Ωδή στο περιττό, ούτε παράγει τίποτα, ούτε βόσκει τίποτα εκεί. Έτσι, η περιποιημένη έκταση στην είσοδο του κάστρου γίνεται σύντομα σύμβολο κοινωνικής θέσης. Πού αλλού θα το συναντάς σιγά σιγά;
            - Παλάτια;
            - Κι όχι μόνο: Κοινοβούλια, προεδρικές κατοικίες, ανώτατα δικαστήρια.. Ταυτίζεται σιγά σιγά με την πολιτική ισχύ, το κοινωνικό στάτους, τον οικονομικό πλούτο, μέχρι που στην Αμερική μετατρέπεται σε είδος πρώτης ανάγκης της ανερχόμενης αστικής τάξης που διψάει για επίδειξη. Εκατομμύρια οικογένειες το επιθυμούν ή το έχουν μπροστά από το σπίτι τους. Σκέψου: σήμερα το γρασίδι στις ΗΠΑ είναι η πιο διαδεδομένη καλλιέργεια μετά το καλαμπόκι και το σιτάρι! 
            - Κι αν είναι στην Αμερική, δε θέλει πολύ να επεκταθεί παντού, ε;  Λοιπόν, δεν το είχα ποτέ σκεφτεί έτσι.
            - Αμ, τι σου λέω! Το γκαζόν!  Σύμβολο εξουσίας, χρήματος, κύρους! Τώρα, μπορείς να αποφασίσεις με άλλα δεδομένα για το αν θέλεις λίγο γρασιδάκι στην αυλή σου. Τώρα ξέρεις το πολιτιστικό φορτίο που έχει κληροδοτηθεί από δούκες, καπιταλιστές, από εξουσιομανείς και αποφασίζεις αν θες να απελευθερωθείς απ ‘ αυτό ή όχι. Κάπως έτσι πρέπει να μαθαίνεις την Ιστορία στα παιδιά, κύριε Λι μου.
            - Πώς έτσι, Μπούφο;
            - Κάνοντάς τα να καταλάβουν ότι ο καλύτερος λόγος που τη μαθαίνουν είναι για να απελευθερώνονται από το παρελθόν, για να μπορούν να φαντάζονται εναλλακτικά πεπρωμένα, για να υπερβαίνουν το τάχα δεδομένο και αιώνιο του κόσμου αυτού, ενός  κόσμου που  καλά είναι να ξέρουμε ότι διαμορφώνεται από τις σκέψεις μας, τους φόβους μας και τα όνειρά μας. Να τα κάνεις να είναι λίγο περισσότερο ελεύθεροι άνθρωποι, να αισθάνονται δημιουργοί της Ιστορίας.
            Γουλιά γουλιά τον καφέ, γουλιά γουλιά και τις κουβέντες του αδερφού του απολαμβάνει ο κύριος Λι. Σκέφτεται πως πολλές φορές τη ζάχαρη που λείπει από τον καφέ την αναπληρώνουν οι γλυκές του σκέψεις. Και για άλλη μια φορά, εκεί, δίπλα στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα που μπάζει την υγρή ανοιξιάτικη δροσούλα, αφήνεται στη στιγμή, απολαμβάνει αυτή τη μοναδική συνάντηση του στιγμιαίου και του αιώνιου που νιώθει και που δεν ξέρει πώς να την περιγράψει.


* Ο Δίδυμος αναφέρεται στο βιβλίο του Yuval Noah Harari Homo Deus, μτφρ. Μ. Λαλιώτης, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2017, απ’ όπου δανείζεται και τις ιδέες του για το αθώο γρασίδι.

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

σαν έρωτας περίεργη ζάλη*




            Σε ποιο βιβλιοπωλείο να ήταν ο κύριος Λι, όταν διάβασε το οπισθόφυλλο; 01.1990, σημειώνει  στην πρώτη λευκή σελίδα, πάνω από τη φαρδιαπλατιά υπογραφή του. Άρα, είναι η εποχή που είναι στην Αίγινα, τρίτη χρονιά που διδάσκει στο δημόσιο˙ μάλλον διακοπές χριστουγέννων και έχει κατέβει στην Πρωτοπορία, να σβήσει τη δίψα του ερημίτη για βιβλία.
            Ο τίτλος, «Το φάντασμα του Λεονάρντο», αρχικά θα τον απομάκρυνε, κατατάσσοντας την καινούργια έκδοση στα αστυνομικά, σ’ αυτά, τέλος πάντων, που λιγότερο διάβαζε. Όμως, τα μικρά γραμματάκια στο κάτω μέρος της σελίδας, «σκέψεις και ημέρες ενός φυσικού», τον προκάλεσαν να γυρίσει το βιβλίο, να διαβάσει το οπισθόφυλλο. Ο Αντρέας Ι. Κασέτας ήδη, από το εξώφυλλο του βιβλίου, έπαιζε μαζί του. Διαβάζει:
            « Η πρεμιέρα. Οι μαθητές, ο παπάς και οι δάσκαλοι. Και το νερό που αγιάζεται. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, ο αγιασμός για τον καινούριο Σεπτέμβριο. Μαζί και η τελετουργία των «αλτ» των «προσοχών» και των «αναπαύσεων». Το καλοκαίρι υπάρχει ακόμα. Γύρω μας, μέσα μας. Κι όχι μονάχα σαν λιακάδα πρωινή ή σαν μνήμη πρόσφατη. Υπάρχει μέσα στα κοιτάγματα, προσδιορίζει μέχρι και τη θερμοκρασία στις χειραψίες μας.
            Κλείνω την πόρτα πίσω μου και σκαρφαλώνω στην έδρα, το Φθινόπωρο άρχισε. Ξεκινάω να περιεργάζομαι όλο αυτό το ανθρωποσύνολο, που το λένε Δευτέρα Γυμνασίου, στην αρχή όπως το δάσος που δείχνει πρασινοσυνεχές γιατί δεν έχεις ακόμα πλησιάσει, να μπορέσεις να διακρίνεις ένα ένα τα δέντρα του. Καμιά τριανταριά άνθρωποι στην ηλικία της αναποφασιστικότητας και των ονείρων με τα οποία τρεφόμαστε στη ζωή μας την υπόλοιπη…»
            - Ωχ!  Σιγά. Σιγά γιατί είναι πολλά, μονολογεί.
            Η αντίθεση των αλτ και του καλοκαιριού˙ του καλοκαιριού που δεν υπάρχει μόνο γύρω μας αλλά και μέσα μας. Οι γωνιές που ακουμπάει το καλοκαίρι: τα κοιτάγματα, οι χειραψίες.  Το Φθινόπωρο και ο καινούριος Σεπτέμβριος, έτσι, λαμπροί, με τα κεφαλαία τους. Τα ένα ένα δέντρα του πρασινοσυνεχούς δάσους -  ευθεία παραπομπή για τον κύριο Λι στο μοναδικό τριαντάφυλλο του Μικρού Πρίγκιπα, απόσπασμα που ήδη κάθε « καινούριο Σεπτέμβριο» το έδινε κι ο ίδιος φωτοτυπημένο στους μαθητές του. «Καμιά τριανταριά άνθρωποι»  -  όχι έφηβοι, όχι παιδιά, όχι μαθητές˙ άνθρωποι «στην ηλικία της αναποφασιστικότητας και των ονείρων». Των ονείρων με τα οποία τρεφόμαστε στη ζωή μας την υπόλοιπη…»
            Δε θέλει και πολύ η γοητεία να σε κατακλύσει.. Έφταναν δυο μικρές παράγραφοι, διαβασμένες στα όρθια να του δημιουργήσουν εκείνη την σαν έρωτα περίεργη ζάλη. Αυτή που σε κάνει να φεύγεις από το βιβλιοπωλείο με τη σιγουριά ότι κρατάς κάτι πολύτιμο στα χέρια σου.

            Μ’ αυτή τη σιγουριά κατηφορίζει την Ακαδημίας ο κύριος Λι, λιγότερο κύριος τότε, στα τριάντα του χρόνια. Στοιχειοθετημένος και στοιχειωμένος από μια ακόμη συνάντηση ζωής. Μια απ’  αυτές που ανοίγονται μπροστά στις έκθαμβες αισθήσεις του, ταξίδια και διαβάσματα, μουσικές και ήχοι, λέξεις και δάκρυα, πόθοι που ταΐζει και όνειρα που συντηρεί.
            Και άνθρωποι. Άνθρωποι που τον σημαδεύουν και γίνονται κομμάτια της ύπαρξής του. Άλλες φορές τους γνώριζε και τον γνώριζαν κι αυτοί. Άλλες φορές τους γνώριζε μόνος του. Αυτοί δεν τον ήξεραν. Αυτοί ήταν το έργο τους∙ τα τραγούδια τους, οι πίνακές τους, οι ταινίες τους, τα βιβλία τους. Μικρή διαφορά. Μαζί τους πορευόταν, πορεύεται,  με όλους, υπαρκτούς κι ανύπαρκτους, ζωντανούς και αποχωρήσαντες. Τους βλέπει στιγμές να του κλείνουν το μάτι, στιγμές να μειδιούν, στιγμές να μελαγχολούν, συζητάει μαζί τους, πίνει καφέ. Του σφίγγουν το χέρι και είναι εκεί, παντού. Κι είναι ο πλούτος του.

 Στη Στέλλα, με διπλή αγάπη

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

μια παρτίδα σκάκι να παίξουν



           Υπήρξε και η εποχή που ο Λι παιδάκι ντρεπόταν να περνάει έξω από το συνοικιακό καφενείο. Άντρες μεγάλοι, αυστηροί έμοιαζαν, παντογνώστες βεβαίως και όλοι, όλοι σοβαροί.

            Τα χρόνια πέρασαν, πολλά άλλαξαν, το συνοικιακό καφενείο όχι. Εντάξει˙ άλλοι μεγάλοι άντρες τώρα. Άλλοι αλλά ίδιοι. Αυστηροί, βλοσυροί, επικριτικοί, βαρείς. Προσηλωμένοι στην τηλεόραση, έχει  μπάλα και σήμερα. Κι όταν περνώντας απέξω ο Λι άκουσε φωνές και σχημάτισε έκφραση ανήσυχης απορίας, «μπα, μην ανησυχείτε, για το παιχνίδι τσακώνονται, κάθε μέρα έτσι κάνουν», τον καθησύχασε μια περαστική κυρία.
            «Για το παιχνίδι», μονολογεί ο Λι. «Αυτοί οι μπαμπούλες της παιδικής μου ηλικίας παίζουν. Παίζουν συνέχεια. Παίζουν χαρτιά, παίζουν ποδόσφαιρο ή βλέπουν τους άλλους που παίζουν, παίζουν τάβλι, παίζουν στοίχημα, λόττο, προπό, ξυστό, παίζουν κοντσίνα και ξερή, παίζουν, παιδική χαρά το καφενείο. Κι ωστόσο μάλλον δεν το ξέρουν. Παραμένουν αυστηροί, βλοσυροί, βαρείς και παίζουν. Και είναι σοβαροί».

            Ο κύριος Λι ποτέ δεν κατάφερε να εκτιμήσει τους σοβαρούς ενηλίκους.  Αυτούς που δεν αστειεύονται˙ που συζητάνε σοβαρά και ανταλλάσσουν περισπούδαστες απόψεις για περισπούδαστα θέματα˙ που αδυνατούν να ζήσουν με χιούμορ κι έχουν μια ανάλογη συμπεριφορά. Με το ζόρι αντέχει την άχαρη και πληκτική εφηβική σοβαροφάνεια κι αυτό γιατί είναι της φύσης πράμα. Ωστόσο η σοβαροφάνοια των ενηλίκων του είναι αξεπέραστη. Πόσο σοβαρός μπορεί να είναι κάποιος που δεν μπορεί να είναι αστείος;

            Kι ύστερα .. δεν καταλαβαίνει: γιατί βιάστηκαν να πούνε ότι άφησαν πίσω την παιδική ηλικία και το παιχνίδι; Μήπως δεν εξακολουθούν να παίζουν μέχρι τα βαθιά γεράματα; Ποια ρετσινιά βιάστηκαν να καθαρίσουν από πάνω τους; Ποιες ιδεολογίες, ποια στερεότυπα, ποια εκπαίδευση, ποιες κοινωνικές επιταγές, ποιοι κανόνες έπεσαν με λύσσα πάνω τους, κάνοντάς τους αγνώριστους, ξερριζώνοντας την παιδική χαρά τους;
           Και τότε πόσο λάθος ήταν ο ίδιος όταν έπαιρνε απόφαση ζωής να παίζει δουλεύοντας, να παίζει χτίζοντας σχέσεις, ακόμα και στις σοβαρές συζητήσεις να παίζει, όχι για να προκαλεί, ποιο το νόημα, αλλά για την ίδια τη χαρά του παιχνιδιού και την απομυθοποίηση των σοβαροφανών ανθρώπινων κατασκευών;
          Σ’ αυτά τα παιχνίδια του μυαλού χαμένος ο Λι ξεχάστηκε, ούτε που κατάλαβε πώς πέρασε η ώρα, ούτε που θυμήθηκε πως τον περίμενε ο Δίδυμος μια παρτίδα σκάκι να παίξουν.

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

ανεμόμυλοι




            Το νυχτερινό ταξίδι επιστροφής από το Βερολίνο είναι, για τον κύριο Λι και τη Μικρή του Φίλη, όπως όλα τα ταξίδια επιστροφής: πιο σιωπηλό. Ο θησαυρός του ξυπνήματος των αισθήσεων, των εικόνων, των εντυπώσεων, των στιγμών, με ένα γλυκό και ήρεμο τρόπο ταξινομείται μέσα του, πιάνει τη μικρή του γωνιά στη μνήμη, ενώ, όσο το αεροπλάνο καταπίνει τα μίλια, η σκιά της καθημερινότητας που καραδοκεί μεγαλώνει απειλητικά.
            Τη γνωρίζει καλά αυτή την πάλη της επιστροφής ο Λι, την ώρα που σα να αγωνίζεται, ματαίως αλλά και επιμόνος, το όνειρο να τρυπώσει στην πραγματικότητα. Δε θλίβεται˙ αρκείται στο χάδι που του προσφέρει το ταξίδι του, που τούτη την ώρα μετατρέπεται σιγά σιγά σε ανάμνηση, σε αγαπημένη αίσθησι που θα επιστρέφει και θα τον παίρνει..
            Το χρειάζεται το χάδι αυτό˙ γιατί ξέρει πως μπροστά του είναι δρόμοι συχνά δύσβατοι και αφιλόξενοι. Και χρειάζεσαι καταφύγια τρυφερότητας, όταν παλεύεις να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου, όταν κοιτάζεις την πραγματικότητα κατάματα, μ’ όση δειλία κι αν έχουν τα μάτια σου. Μια δειλία που συνήθως σε σπρώχνει να μετασχηματίζεις την αλήθεια σε κάτι άλλο, για να μπορείς να την αντέχεις. Όπως και η Νόρα, στο βιβλίο της Hannah Kent «Οι καλοί» (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ίκαρος, 2017). Το βιβλίο που είχε μαζί του στο ταξίδι ο Λι και που τώρα το ανοίγει για να ξαναδεί το απόσπασμα.
            Αρχές του 19ου αιώνα, ιρλανδική ύπαιθρος. Η Νόρα χάνει μέσα στην ίδια χρονιά τον άντρα της και την κόρη της. Στο σπίτι της πια μόνο το πένθος και αυτή. Και ο τετράχρονος εγγονός της. Που όμως δεν περπατάει, δε μιλάει, αρρωσταίνει συνέχεια, βασανίζεται και τη βασανίζει. Βαρύ το φορτίο της, ασήκωτο. Και πείθεται η Νόρα από τη γριά Νανς, που ξέρει τα στοιχειά και τα βοτάνια, τα μαντζούνια και τα ξωτικά, που έχει τη γνώση του υπερβατικού, πείθεται η Νόρα, γιατί έχει ανάγκη να πειστεί, γιατί είναι ασήκωτο να μην πειστεί, πείθεται ότι το σωματικά και διανοητικά ανάπηρο παιδί στο σπίτι της δεν είναι  ο εγγονός της, αλλά ένα ξωτικό που, αν το ξεφορτωθεί, το εγγονάκι θα γυρίσει πίσω:
«          - Κι εσύ, κυρία Λίχι, που μέχρι τώρα έζησες τίμια και σωστά, την πίστεψες αυτή τη γυναίκα, όταν σου είπε ότι ο παραλυτικός εγγονός σου ήταν ξωτικό;
            - Παραλυτικός;
            - Που δεν μπορούσε να περπατήσει.
            Η Νόρα σκούπισε τα δακρυσμένα της μάτια με το σάλι της.
            - Τι θα πει αυτή η λέξη; Πώς τη λένε;
            - Παραλυτικός. Τη λένε οι γιατροί για να περιγράψουν παιδιά σαν το δικό σου εγγόνι, που δεν μπορούν να κουνήσουν τα πόδια τους ή τα χέρια τους ή τίποτα. Είναι μια αρρώστια γνωστή, κυρία Λίχι. Η αρρώστια της ακινησίας. Ο ιατροδικαστής και οι βοηθοί του είπαν πως αυτήν την αρρώστια είχε ο Μίχολ.
            - Όχι. Δεν ήταν αρρώστια. Δεν ήταν ο Μίχολ.
            - Ήταν, κυρία Λίχι. Ο άντρας έγειρε απότομα προς τα εμπρός. “ Κι όλες αυτές οι κουβέντες, τα λόγια για τις νεράιδες. Οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να πιστέψουν ό,τι να ’ναι, για να μην αναγκαστούν να δουν την αλήθεια». (σελ. 405-6).

            «Χρειάζεται άσκηση η κατά μέτωπο αντιμετώπιση της αλήθειας», σκέφτεται ο κύριος Λι. «Επίπονη και επίμονη άσκηση».
             Και γαληνεμένος από τη χαϊδευτική επίδραση του ταξιδιού και της ώρας, στρέφει το πρόσωπό του να δει τη Μικρή του Φίλη. Καθώς τη βλέπει ακίνητη και φορώντας τη μάσκα ύπνου της, χαμογελάει στη σκέψη ότι να, τώρα στήνει με τη φαντασία της έναν ολόκληρο κόσμο, επιχειρώντας να αποδράσει από την πραγματικότητα του φόβου που σημαίνει η προσγείωση γι’ αυτήν. Τον συγκινεί αυτή η ανθρώπινη ιδιότητα και ξέρει πως, όσο κι αν κάνει το θηρίο, υπάγεται και αυτός  σ’ αυτή.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

λόγια του αέρα




            Το μικρό κι ασήμαντο που ανοίγει διάπλατο το παράθυρο στη ζωή είχε συναντήσει κάποτε ο κύριος Λι και στο Ζορμπά του Καζαντζάκη. Μετά από την περίοδο που έζησαν μαζί οι δυο ήρωες του έργου, ο συγγραφέας και ο Ζορμπάς, παίρνουν ο καθένας το δρόμο του. Περνάει καιρός χωρίς να επικοινωνούν. Και μια μέρα, στο Βερολίνο, ο συγγραφέας λαμβάνει ένα τηλεγράφημα  απ’ τον Ζορμπά: «Εύρον πρασίνην πέτραν ωραιοτάτην˙ ελθέ αμέσως. Ζορμπάς».
           Το θυμάται τώρα που πετάει με τη Μικρή του Φίλη ο κύριος Λι για Βερολίνο. Φοβάται πολύ τ’ αεροπλάνα η Μικρή Φίλη, τα απολαμβάνει ο Λι. Την πειράζει, για να διασκεδάσει τους φόβους της:
          - Ξέρεις πώς κλίνεται η πτήση, ρωτάει.
          -Εκείνη καταλαβαίνει τις προθέσεις του κι απλώς καταφέρνει να του χαρίσει ένα, μάλλον μισό, χαμόγελο.
          - Η πτήση .. της πτώσης.., κάνει πως κλίνει ο Λι και ξεκαρδίζεται στα γέλια.
          Τρώει μία με το διαφημιστικό στο κεφάλι και γελάει ακόμα περισσότερο.
          Η Μικρή Φίλη αποφασίζει να τον αντιμετωπίσει. Του εξηγεί:
          - Ξέρεις γιατί γελάς; Γελάς γιατί δεν πιστεύεις ότι θα σου συμβεί εσένα η πτώση. Γιατί την  αποδιώχνεις αυτή τη σκέψη.
          Την κοιτούσε χαμογελαστός ακόμα, ωστόσο όλο και πιο συγκεντρωμένος.
          - Για συνέχισε, να δω πού το πας.
          - Συνεχίζω, αλλά δε θα με διακόψεις κατά την προσφιλή σου συνήθεια.
          - Ω, όχι, θα σ’ αφήσω να μιλάς κι εγώ θα απολαμβάνω την πτώσ .. ε.. την πτήση μας, είπε και γύρισε ελαφρά προς το παράθυρο που ανοιγόταν στο άπειρο του ουρανού. «Λοιπόν, τι θα έλεγες;»
          - Άκουσε, Λάμπρο, σοβαρά τώρα. Τη φοβούνται όλοι την πτώση. Την τρέμουν. Τη φοβόμαστε τόσο που δεν την πιστεύουμε. Υιοθετούμε ρουτίνες που μας αρέσει να ξεγελιόμαστε πως θα κρατήσουν για πάντα˙ το ευμετάβλητο των πραγμάτων είναι για τους άλλους˙ παριστάνουμε πως μας ανήκει δικαιωματικά η αδιατάρακτη συνέχεια, πως τίποτα δε θα γκρεμίσει την ισορροπία μας˙ σφυρίζουμε ανέμελοι  στο πεδίο της μάχης -  κι ας σκάνε οι οβίδες δίπλα μας, ας παρακολουθούμε τις αιφνίδιες πτώσεις εχθρών και φίλων˙ αποδιώχνουμε κάθε δυσοίωνη σκέψη, ούτε καν τα ονόματα των πραγμάτων δεν προφέρουμε, λες κι αν δεν τα προφέρουμε δε θα συμβαίνουν: «έφυγε», δεν πέθανε, «η κακιά αρρώστια», όχι ο καρκίνος˙ κι απ’  την άλλη: « τον πρόδωσε η καρδιά του» -  λες και είχε συνάψει συμφωνία πως θα χτυπούσε εσαεί, εις τους αιώνας των αιώνων.
          - Τελικά τα κατάφερες. Σοβαρέψαμε.
          Του χάρισε το δεύτερο χαμόγελο της πτήσης. Πιο ζεστό απ’ αυτό που μοίραζε αργότερα η αεροσυνοδός περνώντας να ελέγξει αν είχαν βάλει όλοι τις ζώνες για την προσγείωση.
          - Βλέπεις, απευθύνθηκε στη Μικρή του Φίλη, ασφαλίζοντας και τη δική του. Ζώνες, σωσσίβια, αλεξίπτωτα, φρένα, συστήματα ελέγχου.. Αγωνίζεται ο καημένος ο άνθρωπος ενάντια στην πτώση. Κάνει ό,τι μπορεί.
          -Ναι. Ξέροντας ότι δεν μπορεί, όμως. Και γι’ αυτό είναι σπουδαίος! Δεν έχω δίκιο, κύριε Λι μου;
          - Πφ! Λόγια του αέρα!
          - Καλά, καλά. Κράτα μου το χέρι τώρα˙ φοβάμαι πολύ την προσγείωση.
          Δυο άνθρωποι στον αέρα, πιασμένοι απ’ το χέρι. Αυτός ο κόσμος έχει μια απέραντη γλύκα, σκέφτεται ο κύριος Λι.


Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Η δύναμη της μυοσωτίδας


-- Gouttes de sang, σταγόνες αίμα, τα έλεγε ο Πατέρας εκείνα τα αγριολούλουδα που φύτρωναν λιγοστά και διάσπαρτα ανάμεσα σε άλλα, το θυμάσαι, Λάμπρο;
            -- Είναι να μην τα θυμάμαι, αδερφέ; Αν δεν κάνω λάθος, είναι η κομβική στιγμή στην παιδική μου ηλικία, που εκπαιδεύεται το μάτι μου να μαθαίνει τις λεπτομέρειες.
            -- Και να μαθαίνει από τις λεπτομέρειες, Λάμπρο. Τουλάχιστον αυτό συνέβη με μένα.
            -- Ναι, ναι. Πέρασαν χρόνια και συνάντησα κάτι στον Κούντερα, που μ’ έφερε πίσω στον κάμπο με τα gouttes de sang – μα πώς διάολο είναι στα ελληνικά το όνομά τους; Στην Αθανασία, στο 5ο κεφάλαιο..
            -- Για λέγε..
            -- Προχωράει η Ανιές σε ένα μυρμηγκιασμένο από κόσμο πεζοδρόμιο του Παρισιού. Την ενοχλεί η ασχήμια που παρατηρεί, κυρίως στους ανθρώπους. Και λέει μέσα της πως όταν η ασχήμια θα έχει γίνει εντελώς ανυπόφορη, θα αγοράσει από ένα ανθοπωλείο ένα βλασταράκι μυοσωτίδας, ένα μόνο βλασταράκι μυοσωτίδας, ένα λεπτό κοτσάνι που καταλήγει σ’ ένα λουλούδι μικροσκοπικό. Θα βγει μ’ αυτό στο δρόμο κρατώντας το μπροστά στο πρόσωπό της, με το βλέμμα απάνω του ώσπου να μην βλέπει τίποτ’ άλλο από αυτό το ωραίο γαλάζιο σημείο, ύστατη εικόνα που θέλει να διατηρήσει από έναν κόσμο που έχει πάψει να τον αγαπάει[i]. Κατάλαβες, αδερφέ; Η δύναμη της μυοσωτίδας. Το ελάχιστο της ομορφιάς είναι μέγιστο.

             -- Η ζωή η ίδια είναι, κύριε Λι μου, η ζωή. Και λέγοντάς το ο Δίδυμος, βγάζει από τη βιβλιοθήκη τον Φτωχούλη του Θεού, στερεώνει τα πρεσβυωπικά του γυαλιά και « Φράτε Λεόνε, είπε, ένας ασκητής μια φορά πέθανε κι ανέβηκε στον ουρανό˙ ανέβηκε στον ουρανό και μπήκε βαθιά στην αγκάλη του Θεού˙ είχε βρει την τέλεια μακαριότητα. Όμως μια μέρα έσκυψε κάτω στη γης και ξέκρινε ένα πράσινο φύλλο. “Κύριε, Κύριε, φώναξε, άσε με να φύγω, να ξαναγγίξω το πράσινο φύλλο!”. Κατάλαβες, φράτε Λεόνε;
            Δεν αποκρίθηκα˙ τρόμαξα˙ αχ, τόση είναι, αλήθεια, η δύναμη του πράσινου φύλλου!»[ii]
            Κι ενώ έξω απ’  το παράθυρο ο ήλιος στη δύση χρωματίζει το δικό του πέπλο ομορφιάς, τα δυο αδέρφια συνεχίζουν τη συζήτηση για τα αγριολούλουδα του κάμπου, τα gouttes de sang που πώς στο καλό τα λένε ελληνικά, τα  μικρά και ασήμαντα, μικρές κι ασήμαντες ψηφίδες κι αυτοί στο απέραντο μωσαϊκό τούτης της πόλης που έχει σκεπάσει καιρό τώρα τα μικρά κι ασήμαντα αγριολούλουδά της.




[i] Από την Αθανασία, του Μίλαν Κούντερα, εκδ. Εστία,1991, μτφρ. Κατερίνα Δασκαλάκη,  σελ. 31-32
[ii] Από τον Φτωχούλη του Θεού, του Νίκου Καζαντζάκη, εκδ. Ελένης Καζαντζάκη, σελ. 203

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Μπλε μαρέν





            Παρασκευή μεσημέρι, λιακάδα, σχολώντας στο εξάωρο – η Δευτέρα αιώνες μακριά.
            Ο κύριος Λι τακτοποιεί τα πράγματα, να τα βρουν έτοιμα τα παιδιά την Κυριακή, να μπορέσουν να δουλέψουν οργανωμένα και μεθοδικά, δηλαδή με χαρά. Πινέλα και χρώματα, βούρτσες και πανάκια, σκάλα, κουβάδες, δοχεία, σφουγγαρίστρα και στουπιά. Τρεις μήνες αγωνιζόταν να πάρει την άδεια από τον διευθυντή να ζωγραφίσει με τα παιδιά εκείνον τον ξεφτισμένο τοίχο δίπλα στη σκάλα. Επιμένοντας τα κατάφερε. Επιμένοντας τα κατάφερε. Επιμένοντας τα κατάφερε. Και τώρα είναι όλα έτοιμα για την Κυριακή. Και τα παιδιά αδημονούν.
            Λιακάδα έξω, λιακάδα μέσα. Παρασκευιάτικα χαμόγελα σχολάσματος.
            Προσπερνώντας τον, ο Συνάδελφος:
            «Γεια σου, ρε Λι, με τα ωραία σου! Καλό σαββατοκύριακο!»
            Ο Λι κοιτάζει τα χρώματα. «Ωραία, ωραία είναι», απαντάει˙ και συμπληρώνει: «Δε θέλεις να ‘ρθεις κι εσύ, ρε Δημήτρη;»

            Ο Συνάδελφος χαμηλώνει λίγο τον τόνο.
            «Έλα να σου πω», λέει, και λέγοντας πλησιάζει ο ίδιος τον Λι. «Τα παιδιά, ρε, ούτε τα μισά δε θα ‘ρθουν, αλλά κι αυτά που θα ‘ρθουν θα σου βγάλουν την ψυχή κυριακάτικα. Το ‘χεις σκεφτεί καλά; Εγώ σιγά μη χάσω την Κυριακή μου, ρε˙ δε θα χάσω το χρόνο μου έτσι˙ έτσι κι αλλιώς, δε μας άφησαν και πολλά. Χαιρετώ!»
            Το «χαιρετώ» ο Συνάδελφος το είπε με ξανά αγέρωχο τον τόνο της φωνής του. Η απολογία είχε τελειώσει, το συννεφάκι ήταν περαστικό, στιγμιαίο. Ξανά αιθρία.
            Δεν εκπλήσσεται – ή μήπως πάντα εκπλήσσεται; - από τις συμπεριφορές των ανθρώπων ο Λι. Τις πασπατεύει, όμως. Πότε χάνει το χρόνο του ο Συνάδελφος; σκέφτεται . Τι σημαίνει, άραγε, απώλεια χρόνου και τι κέρδος;  Ποιες αντιλήψεις, ποια κοσμοθεωρία πίσω απ’ αυτές τις εκφράσεις; Πότε μπόρεσε να σκεφτεί κανείς πώς κερδίζει και πώς χάνει το χρόνο του;
            Για τον Συνάδελφο ένα κυριακάτικο μεσημέρι που θα συναντηθούν κάποιοι άνθρωποι για να μοιραστούν, να ανταλλάξουν, να εκφραστούν και να απλώσουν χρώματα είναι ένα χαμένο μεσημέρι. Πότε, ποιος, πώς τον δίδαξε την απώλεια του χρόνου;
            Δυσκολεύεται ο Λι, χάνεται. Κι αυτό το μπλε μαρέν πού στο καλό το έχει βάλει;

Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

απαντήσεις της Άνοιξης



           Πάσχα. Άνοιξη, έξοχη εξοχή, χαρά Θεού ( πώς όχι, μόλις αναστημένος..). Ο κύριος Λι και ο Δίδυμος κάθονται κοντά στο γλέντι του πασχαλινού τραπεζιού, τσιμπολογώντας κοψιδάκια και συνοδεύοντάς τα με κακό κόκκινο κρασί. Δίπλα σόι, συγγενείς και φίλοι, άντρες, νέοι, γυναίκες, παιδιά στη συνήθη ευωχία.
          -Την Ανάσταση την έχει δεχτεί ο κόσμος, τη χαίρεταιˑ την επανάσταση όχι και πολύ, μάλλον τη φοβάται. Γιατί, ρε Μπούφο, μου λες;
          -Μην είσαι αφελής, αδερφέ. Η Ανάσταση γίνεται μόνη της, την Επανάσταση χρειάζεται να την κάνεις εσύ. Ή μήπως όχι;
            Τη ζηλεύει αυτή την αφοριστικότητα του αδερφού του ο Λι, αυτή την τακτοποιημένη σκέψη του, που λίγο τον νοιάζει  αν είναι και σωστή – «και τι θα πει ‘σωστή’», τον είχε ρωτήσει κάποτε δυσκολεύοντάς τον.
             Κλείνει λίγο τα μάτια˙ αίφνης σαν μακρινοί οι ήχοι απ’ το υπαίθριο τραπέζι και οι φωνές, σαν καρφωμένη στο μυαλό του η φράση του Δίδυμου, «την επανάσταση χρειάζεται να την κάνεις εσύ», την ώρα που  η πασχαλινή συνθήκη τόσο ξελογιάστρα και παραπλανητική αντιμάχεται την επαναστατική διάθεση – άλλη ξελογιάστρα και πλανεύτρα κι αυτή.
            Μπερδεύεται, ως συνήθως, ο Λι, αποφασίζει να παραδοθεί στην Άνοιξη. Νιώθει πως αυτή, κρυφός μαέστρος των σκέψεων και των διαθέσεων, έχει απαντήσεις.